Παρασκευή, 18 Οκτωβρίου 2013

Αλαίν Μπαντιού - Η συγκαιρινή μας ανικανότητα (Ι)



Αλαίν Μπαντιού
Το ελληνικό σύμπτωμα: Χρέος, Κρίση και η Ελληνική Αριστερά
Radical philosophy, τ. 181, Σεπτ-Οκτ 2013
Μετάφραση: Δημήτρης Νικολαΐδης



Το τρέχον τεύχος του βρετανικού περιοδικού Radical philosophy, είναι αφιερωμένο στη διεθνή συνάντηση που πραγματοποιήθηκε από τις 18 ως τις 20 Σεπτεμβρίου στο Παρίσι, με θέμα Το ελληνικό σύμπτωμα: χρέος, κρίση και η ελληνική αριστερά.

Μεταξύ των ομιλητών (Μπαλιμπάρ, Ρανσιέρ, Νέγκρι, Σταυρακάκης, κ.ά.) ήταν και ο Αλαίν Μπαντιού, του οποίου την παρέμβαση δημοσιεύουμε εδώ σε δύο μέρη.


Στο πρώτο μέρος, ο Μπαντιού απορρίπτει την άκριτα αισιοδόξη θεώρηση του Κώστα Δουζίνα ότι στην Ελλάδα αναδύθηκε ένα νέο πολιτικό υποκείμενο και πως οι εξελίξεις ανέδειξαν μία νέα, καινομότομο πολιτική πρακτική και σκέψη. Ο Γάλλος φιλόσοφος ενσκύπτει, αφ' ενός, στην συκοφάντηση των εννοιολογικών εργαλείων των υποτελών τάξεων και στην ήττα του κομμουνισμού και, αφ' ετέρου, στην μη ανάδυση νέων πρακτικών και θεωριών στο πεδίο της πολιτικής, ούτως ώστε να γεωγραφήσει τη συγκερινή μας ανικανότητα να αντισταθούμε και να ανατρέψουμε την παρούσα πολιτική.

ΔΝ
--


Σ’ αυτή τη συνάντηση συζητήσαμε όλες τις κρίσιμες πτυχές της κατάστασης στην Ευρώπη και ειδικά στην Ελλάδα. Αναλύσαμε, βεβαίως, τις μείζονες ιστορικές δομές που διακυβεύονται: την ιδιαίτερα επιθετική παγκόσμια πολιτική του σύγχρονου καπιταλισμού, την συνένοχη αδυναμία διαφόρων κρατών και τον αντιδραστικό ρόλο που διαδραμάτισε η Ευρώπη ως έχει σήμερα, αλλά και τον νόμο των υποκειμενικών μορφών που φωτίζει τη σύγχρονη διαλεκτική της υποταγής και της εξέγερσης. Καταγράψαμε επίσης τον επείγοντα χαρακτήρα των στρατευμένων αιτημάτων – εκείνων που προκύπτουν από τα δεινά που επιβάλλει στους ανθρώπους η αυξανόμενη φτώχεια και η καταστροφή των κοινωνικών δομών, και άλλων που προκύπτουν από τις ολοένα και πιο αλαζονικές δράσεις των φασιστικών συμμοριών,  οι οποίες εκμεταλλεύονται απολύτως βάναυσες εθνικιστικές θεματικές και απολύτως απαράδεκτες ρατσιστικές πραγματικότητες. Γι’ αυτό τον σκοπό, προσπαθήσαμε όλοι μας να αξιολογήσουμε τις τρέχουσες πράξεις αντίδρασης.

Δεν έχω τίποτα να προσθέσω σε όλα αυτά, όσον αφορά τα άμεσα χαρακτηριστικά της κατάστασης της Ελλάδας. Ένας από τους μεγάλους δασκάλους ή ηγέτες της κομμουνιστικής πολιτικής [ο Μάο Τσετούνγκ], συνήθιζε να λέει «Μην ερευνάτε, μη μιλάτε!». Άλλωστε, σε αντίθεση με άλλους συμμετέχοντες στην ημερίδα μας ―τους Έλληνες φίλους μας ειδικότερα―  δεν έχω διεξάγει κάποια πολιτική ή στρατευμένη έρευνα για την κατάσταση που χρησιμεύει εδώ, για μας, ως σημείο αναφοράς. Γνωρίζω ότι η εμπειρία μίας νέας πολιτικής κατάστασης μπορεί να γίνει κατανοητή μόνο μέσα από τη δική της διαδικασία, ότι οι συνήθεις πληροφορίες και απόψεις δεν αρκούν. Και αυτό για έναν πολύ απλό λόγο: η πολιτική καινοτομία ―η οποία είναι υποκειμενική― δεν επιτρέπει να γίνει κατανοητή απ’ έξω, ενόσω βρίσκεται σε εξέλιξη η διαδικασία συγκρότησής της. Αυτό εννοούσε, εξάλλου, ο δάσκαλος που ανέφερα προηγουμένως, όταν προσέθετε: «το να ερευνάς ένα πρόβλημα, σημαίνει να το επιλύεις». Και δεν έχω ούτε την ικανότητα ούτε την πρόθεση να επιλύσω οποιοδήποτε από τα προβλήματα που ταλανίζουν σήμερα τον ελληνικό λαό.

Συνεπώς, η υποκειμενικότητά μου είναι σε γενικές γραμμές εξωτερική ως προς την υπό εξέταση ακαλουθία. Θα αποδεχτώ τα όρια αυτής της θέσης και θα ξεκινήσω με μία αίσθηση, ένα αίσθημα, το οποίο ενδεχομένως να είναι προσωπικό, ίσως και αδικαιολόγητο, το οποίο εν τούτοις με διακατέχει, λαμβανομένων υπ’ όψιν των πληροφοριών που έχω στην διάθεσή μου: μία αίσθηση γενικής πολιτικής ανικανότητας. Αυτό που συμβαίνει αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα, μοιάζει να είναι μια συμπύκνωση αυτής της αίσθησης. 

Βεβαίως, θαυμάζω την ευγλωττία του φίλου και συντρόφου μου Κώστα Δουζίνα, ο οποίος υποστήριξε την διακηρυγμένη του αισιοδοξία με ακριβείς αναφορές σε ό,τι ο ίδιος θεωρεί πως αποτελεί πολιτική καινοτομία στη λαϊκή αντίσταση στην Ελλάδα, όπου έχει διακρίνει ακόμα και την ανάδυση ενός νέου πολιτικού υποκειμένου.[1] Αλλά εγώ δεν έχω πεισθεί. Φυσικά, το θάρρος και η τακτική επινοητικότητα των προοδευτικών και αντιφασιστών διαδηλωτών που επικαλέσθηκε ο Κώστας, προκαλεί ενθουσιασμό. Τέτοια πράγματα, άλλωστε, είναι αναγκαία. Αλλά καινοτόμα; Όχι, σε καμία περίπτωση. Πρόκειται για τα σταθερά χαρακτηριστικά κάθε πραγματικού, μαζικού κινήματος: ο εξισωτισμός, η μαζική δημοκρατία, η επινόηση συνθημάτων, η γενναιότητα, η ταχύτητα των αντιδράσεων.... Όλα αυτά τα πράγματα τα είδαμε να συμβαίνουν με την ίδια ενέργεια ―χαρούμενη και πάντα λίγο αγχώδη― τον Μάη του ’68 στη Γαλλία. Τα είδαμε πιο πρόσφατα στην πλατεία Ταχίρ στην Αίγυπτο. Πράγματι, κακά τα ψέματα, όλα αυτά υπάρχουν ήδη από την εποχή του Σπάρτακου ή του Τόμας Μύντσερ. Πριν από σαράντα χρόνια περίπου, είχα προτείνει να ονομαστούν αυτά τα χαρακτηριστικά  «κομμουνιστικές σταθερές», και σήμερα θε έλεγα με μεγαλύτερη ακρίβεια: τα σταθερά χαρακτηριστικά του κινηματικού κομμουνισμού. Οι πραγματικές ποιτικές καινοτομίες και το νέο πολιτικό υποκείμενο, είναι κάτι άλλο: η ζωτικότητά τους απαιτεί μεν την ύπαρξη κινήματος, αλλά δεν μπορεί να συγχέεται με αυτό.

Επιτρέψτε μου λοιπόν, προς ώρας, να ορίσω ένα διαφορετικό σημείο εκκίνησης.

Η Ελλάδα είναι μια χώρα με μακρόχρονη ιστορία, η οποία έχει οικουμενική αξία. Είναι μια χώρα της οποίας η αντίσταση σε διαδοχικές συνθήκες καταπίεσης και κατοχής, χαρακτηρίζεται από ιδιαίτερη ιστορική πυκνότητα. Είναι μια χώρα όπου το κομμουνιστικό κίνημα ―συμπεριλαμβανομένης της μορφής του ένοπλου αγώνα― έχει υπάρξει πολύ ισχυρό. Μία χώρα όπου, ακόμα και σήμερα, η νεολαία δίνει το παράδειγμα με μαζικές και ανυποχώρητες εξεγέρσεις. Μία χώρα όπου, χωρίς αμφιβολία, οι κλασικές αντιδραστικές δυνάμεις είναι εξαιρετικά οργανωμένες, αλλά όπου υπάρχει επίσης η θαρραλέα και αστείρευτη πηγή μεγάλων λαϊκών κινημάτων. Μία χώρα όπου υπάρχουν μετα βεβαιότητος φοβερές φασιστικές οργανώσεις, αλλά και μία χώρα όπου υπάρχει επίσης ένα αριστερό κόμμα με μία εμφανώς σταθερή εκλογική και στρατευμένη βάση.

Ωστόσο, τα πάντα σε αυτή χώρα συμβαίνουν ως εάν τίποτα να μην μπορεί να σταματήσει την απόλυτη κυριαρχία του καπιταλισμού, η οποία πυροδοτήθηκε από την ίδια του την κρίση. Ως εάν, υπό την διεύθυνση των ad hoc επιτροπών και των δουλικών κυβερνήσεων, η χώρα να μην έχει άλλη επιλογή από το να ακολουθήσει τα άγρια αντιλαϊκά διατάγματα της ευρωπαϊκής γραφειοκρατίας. Πράγματι, σε σχέση με τα ζητήματα που τίθενται και τις ευρωπαϊκές «λύσεις» τους, το αντιστασιακό κίνημα περισσότερο ομοιάζει με παρελκυστική τακτική παρά με φορέα αυθεντικής εναλλακτικής πολιτικής.

Αυτό είναι το μεγάλο δίδαγμα των καιρών: δεν καλούμαστε απλώς να υποστηρίξουμε το θάρρος του ελληνικού λαού με όλες μας τις δυνάμεις, αλλά να στοχαστούμε από κοινού αυτό που πρέπει να γίνει αντικείμενο σκέψης και πράξης, έτσι ώστε αυτό το θάρρος να μην καταλήξει, με έναν απελπισμένο τρόπο, να γίνει ένα άχρηστο θάρρος.

Διότι αυτό που προκαλεί εντύπωση ―κυρίως στην Ελλάδα, αλλά και αλλού, ιδίως στη Γαλλία― είναι η έκδηλη αδυναμία των προοδευτικών δυνάμεων να υποχρεώσουν τις οικονομικές και κρατικές δυνάμεις να προβούν έστω και στην πιο ήσσονης σημασίας ουσιαστική υποχώρηση, οι οποίες [δυνάμεις] επιδιώκουν να υποτάξουν τελεσίδικα τον λαό στον νέο (αλλά ωστόσο μαρκοχρόνιο και θεμελιώδη) νόμο του ολοκληρωτικού φιλελευθερισμού.

Οι προοδευτικές δυνάμεις, όχι μόνο δεν έκαναν βήματα προς τα μπρος και απέτυχαν να σημειώσουν έστω και μια ισχνή επιτυχία, αλλά αντιθέτως, είναι οι δυνάμεις του φασισμού οι οποίες αυξήθηκαν και διεκδικούν πλέον να ηγηθούν της εναντίωσης στα διατάγματα των ευρωπαϊκών διοικήσεων, στηριζόμενες στο ψευδαισθητικό υπόβαθρο ενός ξενοφοβικού και ρατσιστικού εθνικισμού.

Η αίσθησή μου είναι πως η βασική αιτία αυτής της ανικανότητας δεν είναι κατά βάθος η αδράνεια του κόσμου, η έλλειψη θάρρους, ή το γεγονός ότι η πλειοψηφία στηρίζει «τα αναγκαία κακά». Πλήθος μαρτυριών, ακόμα και σ’ αυτή την ημεριδα, μας έχουν δείξει ότι υπάρχουν τα αποθέματα για μια ισχυρή και μαζική αντίσταση στην Ελλάδα. Ακόμα και στη Γαλλία, με τις δράσεις ενάντια στη μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού συστήματος του Σαρκοζί ―μία μεταρρύθμιση η οποία πηγαίνει μαζί με την διάλυση των δημόσιων υπηρεσιών και των ζωτικών θεσμών της κοινωνικής πρόνοιας από δουλικούς γραφειοκράτες, τα διατάγματα των οποίων υιοθετούν ομόφωνα οι κυβερνήσεις― είδαμε ότι μεγάλα τμήματα του λαού απέδειξαν την ικανότητά τους για επίμονη αντίσταση ενεργοποίησαν τις σταθερές του κινηματικού κομμουνισμού, κυρίως τη χρήση μη συμβατικών μορφών απεργίας συνελεύσεων που αφίσταντο από την συνδικαλιστική ηγεμονία. Ωστόσο, από αυτά τα εγχειρήματα δεν αναδύθηκαν σε μαζική κλίμακα νέοι τρόποι για να σκεφτούμε την πολιτική, δεν αναδύθηκε ένα νέο λεξιλόγιο μέσα από τη ρητορική της διαμαρτυρίας, και τα αφεντικά των συνδικάτων κατάφεραν τελικά να πείσουν τους πάντες ότι πρέπει να περιμένουμε τις... εκλογές.

Αντιθέτως, νομίζω ότι αυτό που βιώνουμε σήμερα είναι πως η πλειοψηφία των πολιτικών κατηγοριών που χρησιμοποιούν οι κινηματικοί ακτιβιστές για να σκεφτούν και να μετασχηματίσουν την παρούσα κατάσταση είναι, ως έχουν σήμερα, σε μεγάλο βαθμό αναποτελεσματικές.

Στην πραγματικότητα, μετά τα σαρωτικά κινήματα του ’60 και του ’70, κληρονομήσαμε μία μακρόχρονη αντι-επαναστατική περίοδο, οικονομικά, πολιτικά, ιδεολογικά. Αυτή η αντεπανάσταση κατέστρεψε ουσιαστικά την αυτοπεποίθηση και τη δύναμη που μπορούσαν κάποτε να δεσμεύσουν τη λαϊκή συνείδηση στις πιο στοιχειώδεις λέξεις της χειραφετητικής πολιτικής – λέξεις,  για να αναφέρω κάποιες τυχαία, όπως «ταξική πάλη», «γενική απεργία», «εθνικοποίηση χωρίς αποζημίωση», «επανάσταση», «συγκεκαλυμμένη δράση», «συμμαχία εργατών-φοιτητών», «εθνική απελεθυθέρωση», «δικτατορία του λαού», «μαζική δημοκρατία», «προλεταριακό κόμμα», και πολλές άλλες... Η λέξη κλειδί «κομμουνισμός», που κυριάρχησε στην πολιτική σκηνή από τις αρχές του δεκάτου ενάτου αιώνα, έχει πλέον περιοριστεί σε ένα είδος ιστορικής αισχύνης, σχετικά με την οποία πρέπει να γίνει αποδεκτό ότι η ιστορική αφήγηση ―ακόμα και αν παραθέτει την προοδευτική άποψη― έχει υπαγορευτεί πλήρως από τον εχθρό. Το ότι η εξίσωση «κομμουνισμός-φασισμός» κατέληξε να εμφανίζεται ως κάτι φυσικό και να γίνεται ομόφωνα αποδεκτή, είναι μια ένδειξη τού πόσο άσχημα τα κατάφεραν οι επαναστάτες κατά την καταστροφική δεκαετία του 1980. Βεβαίως, ούτε εμείς μπορούμε να αποφύγουμε την διεισδυτική και αυστηρή κριτική για την  εξέλιξη των σοσιαλιστικών κρατών και των κομμουνιστικών κομμάτων που πήραν την εξουσία, ιδίως στη Σοβιετική Ένωση. Αλλά αυτή η κριτική πρέπει να είναι δική μας[2]. Θα πρέπει να θρέψει τις δικές μας θεωρίες και πρακτικές βοηθώντας τες να προχωρήσουν, και να μην να οδηγήσει σ’ ένα είδος δύσθημης αποκήρυξης, πετώντας το πολιτικό μωρό μαζί με το ιστορικό απόνερο. Αυτό έχει οδηγήσει σε μία εκπληκτική κατάσταση: για ένα ιστορικό επεισόδιο κεφαλαίωδους σημασίας για μας, έχουμε υιοθετήσει ―σχεδόν χωρί κανέναν περιορισμό― την άποψη του εχθρού. Και όσοι δεν το έχουν πράξει, εμμένουν απλώς στην παλαιά, πένθιμη ρητορική, ως εάν τίποτα να μην έχει συμβεί.

Απ’ όλες τις νίκες του εχθρού μας ―στις γραμμές του οποίου θα πρέπει να συμπεριλάβουμε τα νέα μαντρόσκυλα της σύγχρονης ιδεολογικής τάξης, που σχεδόν πάντα πρόκειται για αποστάτες του κινήματος της δεκαετίας του ‘60― αυτή η συμβολική νίκη είναι από τις πιο σημαντικές. Όχι μόνο επιτρέψαμε το λεξιλόγιό μας να απαξιώνεται και να γελοιοποιείται, όταν δεν αντιμετωπίζεται απλώς ως εγκληματικό, αλλά εμείς οι ίδιοι χρησιμοποιούμε τις αγαπημένες λέξεις του εχθρού ως εάν να ήταν δικές μας. Αυτό είναι το σημαντικό στην περίπτωση που μας απασχολεί, με τις λέξεις «δημοκρατία», «οικονομία», «Ευρώπη», και πολλές άλλες. Ακόμα και το νόημα μάλλον ουδέτερων εκφράσεων, όπως «ο κόσμος» [les gens], ως επί το πλείστον εξαρτώνται από τις δημοσκοπήσεις και τα ΜΜΕ, και ενσωματώνονται σε ανόητες φράσεις όπως «ο κόσμος πιστεύει ότι...» .


[1] Βλ. Costas Douzinas, Philosophy and Resistance in the Crisis: Greece and the Future of Europe, Polity Press, Cambridge, 2013.
[2] Η πλάγια γραφή είναι του Μπαντιού.







Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου